Κώστας Μπαλάφας. Ιστορία σε άσπρο - μαύρο

Εκτύπωση PDF

ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΑΣΤΡΑΠΕΛΛΟΥbalafas-vima

Μια συζήτηση με τον Κώστα Μπαλάφα, τον τελευταίο από μια γενιά φωτογράφων που κατέγραψαν την εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας, αποτελεί παράλληλα και μια ιστορική αναδρομή. Ο 90χρονος σήμερα φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης ξετυλίγει τις αναμνήσεις του και υπερασπίζεται την τέχνη του ως κοινωνικό λειτούργημα.

«Με συνεπήρε το δράμα του λαού μας» λέει ο Κώστας Μπαλάφας εξηγώντας γιατί αποφάσισε να γίνει η φωτογραφική μνήμη της χώρας και να αφιερώσει περισσότερα από 60 χρόνια στη φωτογραφική καταγραφή της σύγχρονης Ελλάδας, των παθών της, των ανθρώπων της και των τοπίων της. Η συνάντησή μας έγινε σε μια μικρή μονοκατοικία πνιγμένη στο πράσινο, στο Χαλάνδρι, στο ίδιο σπίτι όπου ζει από το 1951. Στους τοίχους, κειμήλια και ενθύμια της σπουδαίας δουλειάς του. Σπουδαίας όχι μόνο ως προς την αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική αξία της, αλλά κυρίως ως προς την ιστορική της βαρύτητα, την οπτική τεκμηρίωση μιας Ελλάδας η οποία υπάρχει πλέον μόνο μέσα από τα κάδρα του. Μου δείχνει ένα βιβλίο με πορτρέτα της φωτογράφου και δημοσιογράφου Νίκης Τυπάλδου: «Πέθανε πριν από λίγες ημέρες» λέει με θλίψη. Στον τοίχο κρέμεται ένα πορτρέτο του «επί το έργον», καθώς κοιτάζει μέσα από το σκόπευτρο της μηχανής του. «Με είχε τραβήξει ο Τάκης Τλούπας» αναπολεί – ο «φωτογράφος της θεσσαλικής γης», που πέθανε το 2003.

Γεννημένος το 1920 στο χωριό Κυψέλη της Αρτας, ο Κώστας Μπαλάφας είναι ο τελευταίος από μια γενιά φωτογράφων οι οποίοι διαμόρφωσαν και καθόρισαν τη φωτογραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Με εργαλεία πρωτόγονα, με μέσα πενιχρά. Οπως η μεταχειρισμένη Robot, μια μικρή γερμανική μηχανή 35 mm, με την οποία ο Μπαλάφας φωτογράφισε τα εγκλήματα των Γερμανών στα Ιωάννινα ως μέλος της Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Την απέκτησε ανταλλάσσοντάς τη με ένα ρολόι και μια απλή φωτογραφική μηχανή Kodak. Και, βεβαίως, φωτογράφισε το αντάρτικο στην Ηπειρο. Διότι, ως άλλος Ρόμπερτ Κάπα, ο οποίος απαθανάτισε σκηνές του ισπανικού εμφυλίου, ευσυνείδητα και χωρίς διάθεση ηρωοποίησης, συνέλαβε με τον φακό του εικόνες από τον αγώνα των ανταρτών στα βουνά.
manaΕίναι αυτές που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους στην εύθραυστη μνήμη του, γι’ αυτό και η συζήτηση μαζί του αποτελεί παράλληλα μια αναδρομή στην ιστορία της κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της οποίας ο Κώστας Μπαλάφας ανασύρει μνήμες, παθιάζεται, συγκινείται, δακρύζει. «Το αντάρτικο έγινε από ορισμένους που είχαν το θάρρος και την παλικαριά να τολμήσουν» διηγείται με ζέση. «Καμιά δεκαριά φίλοι μαζεύτηκαν σε μια ταβέρνα απόμερη στα Γιάννενα, τα ήπιαν, τραγούδησαν τον εθνικό ύμνο. Τότε δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις το βράδυ. Πήγαν στα χωριά τους, ντύθηκαν με ό,τι πρόχειρο είχαν, πήραν όπλα από το παλιό οπλοστάσιο των προγόνων τους και μια μέρα σκέφτηκαν να παρουσιαστούν στον κόσμο. Εφθασαν στην άκρη του χωριού, τους βλέπει ένας πιτσιρίκος, τρέχει, παίρνει τη σημαία του σχολείου και τη δίνει στον αρχηγό. Ξεκινούν λοιπόν και πηγαίνουν στην εκκλησία, μετά τη λειτουργία της Κυριακής, και μιλούν στον κόσμο. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν σκέτη τρέλα. Εννέα άνθρωποι να αντιπαραταχθούν στις μεραρχίες του Χίτλερ και του Μουσολίνι... Και όμως έφεραν αποτέλεσμα. Επαιρναν τους συνεργάτες των κατακτητών και τους ρουφιάνους και τους “κλαδεύανε”. Οσοι απόμειναν από αυτούς μαζεύτηκαν στις πόλεις από φόβο και έτσι έμεινε η ύπαιθρος υπό την προστασία τη δική τους. Δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις να γίνει αντάρτικο. Παράλληλα, τότε ξεκίνησε και ο Αρης με πέντε ανθρώπους οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στην καλύβα του Στεφανή έξω από τη Σπερχειάδα στη Φθιώτιδα». 

Στα Γιάννενα, ο Κώστας Μπαλάφας, μαζί με μια παρέα φίλων, είχαν ένα «ασφράγιστο» ραδιόφωνο, που μπορούσε να πιάνει «ελεύθερους» σταθμούς. «Επειτα βγάζαμε ένα δελτίο Τύπου με τα νέα του μετώπου με έναν πολύγραφο χειροκίνητο. Το πράγμα μαθεύτηκε και περάσαμε από στρατοδικείο. Μας πήραν από τα Γιάννενα να μας δικάσουν στο Μεσολόγγι, γιατί εκεί συνεδρίαζε το στρατοδικείο των Ιταλών. Μας καταδίκασαν σε τρεις μήνες με αναστολή. Μας δίκασαν για τα μάτια του κόσμου, κυρίως για τη χωροφυλακή, και ουσιαστικά μας αθώωσαν. Οταν γυρίσαμε στα Γιάννενα δεν ικανοποιήθηκαν οι αστυνομικοί από την ποινή που μας επέβαλαν και μας ξαναδίκασαν. Εγώ το έσκασα και πήγα στο αντάρτικο». 

balafas-15Χωρίς να είναι ενταγμένος σε κάποια κομματική οργάνωση, με τη φιλική μεσολάβηση του Λέανδρου Βρανούση (ιστορικός, μελετητής και συγγραφέας που έγραψε για τον Ρήγα Βελεστινλή αλλά και για θέματα της Ηπείρου, πρώην διευθυντής του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών), έγινε δεκτός από τους αρχικά επιφυλακτικούς αντάρτες του ΕΛΑΣ και αργότερα του ΕΔΕΣ, τo 1943. «Με είδαν καλοντυμένο, φορούσα καλά άρβυλα. Ηταν δύσκολο πράγμα να έχει κανείς άρβυλα εκείνη την εποχή. Ηταν δύσκολος ο ανεφοδιασμός. Η ξυπολυσιά ήταν ο κανόνας» και δεδομένου ότι μιλούσε αγγλικά και ιταλικά, έκανε τον διερμηνέα στο κλιμάκιο της αγγλικής αποστολής και έβγαζε τις φωτογραφίες του στα κλεφτά, χωρίς φυσικά να διανοείται ότι τελικά θα κατέγραφε κοσμοϊστορικά ντοκουμέντα, χρησιμοποιώντας μάλιστα ένα… ουρανοκατέβατο φιλμ. Με έναν πλανόδιο φωτογράφο είχε ανταλλάξει για μερικές οκάδες καλαμποκάλευρο το λάφυρο ενός κατεστραμμένου ιταλικού αεροπλάνου, μια μπομπίνα φιλμ 35 mm. Οι σημειώσεις του Βρανούση καταστράφηκαν στον Εμφύλιο, ευτυχώς όμως τα περισσότερα από τα αρνητικά του Μπαλάφα δεν είχαν την ίδια τύχη, γιατί κατόρθωσε να τα κρύψει σε ένα σπίτι επιταγμένο από τους Γερμανούς στα Γιάννενα. Υλικό που, πολλά χρόνια αργότερα, το 1976, αναζήτησε και εν συνεχεία κυκλοφόρησε με τη μορφή ενός λευκώματος με τίτλο «Το αντάρτικο στην Ηπειρο» (εκδόσεις Καστανιώτη). 

«Κοιτάξτε, από τη φωτογραφία είχα γοητευτεί. Με εντυπωσίαζε πώς μπορούσα σε ένα κομμάτι χαρτί να αποτυπώσω σκέψεις, ιδέες και γεγονότα. Στην αρχή φωτογράφιζα ηλιοβασιλέματα, λουλούδια και δεν συμμαζεύεται. Γρήγορα όμως σκέφτηκα: “Αν είναι δυνατόν να ασχολούμαστε με τέτοια φτηνά πράγματα και να έχουμε έναν λαό να υποφέρει”. Ηταν η εποχή όπου οι διανοούμενοι μαζεύτηκαν στο βουνό και αγωνίστηκαν με καρδιά. Ανθρωποι αμάθητοι σε κακουχίες, οι οποίοι όμως στάθηκαν δίπλα στον λαό. Ολος ο κόσμος είχε εξοικειωθεί με τον θάνατο γιατί τον έβλεπε καθημερινά δίπλα του. Τον περίμενε και ο ίδιος. Κοντολογίς, η γενιά του ’40 εξαγόρασε με το αίμα της το δικαίωμα να ζει ελεύθερη». 

Μετά το τέλος του πολέμου ο Μπαλάφας εργάστηκε για ένα διάστημα ως διερμηνέας με μια ομάδα του βρετανικού στρατού που εκτελούσε έργα σε όλη την Ελλάδα, οπότε του δόθηκε η ευκαιρία να φωτογραφίσει και άλλα μέρη πέραν της Ηπείρου. Από το 1951 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να εργαστεί στη ΔΕΗ, αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να φωτογραφίζει όλη την Ελλάδα και τους ανθρώπους της. «Εμένα με ενδιέφερε ο άνθρωπος που υποφέρει. Και το πρόσωπο κάθε ανθρώπου είναι η θεατρική σκηνή στην οποία εκτυλίσσονται τα συναισθήματα, η ίδια η ζωή. Στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου είναι σκαμμένη η ζωή του. Χαρακτηριστική είναι η κριτική που μου έκανε μια εφημερίδα της Εδεσσας.Στον ναό του Κώστα Μπαλάφα να βγάζεις τα παπούτσια σου, γιατί οι φιγούρες που παρουσιάζει είναι εξαγνισμένες από τη στέρηση και τον κάματο”». 

Η «ρετσινιά», όμως, του χαρακτηρισμού «ο φωτογράφος του αντάρτικου» τον κυνηγούσε για καιρό. «Είχα δυσκολίες πολλές, με κυνηγούσε η Ασφάλεια. Κάθε φορά που με έπιαναν με τη μηχανή, ρωτούσαν “πού βρίσκεσαι το διάστημα αυτό;”. Δεν μπορούσα να κρύψω πού ήμουν. Στη δικτατορία του Ιωαννίδη, κάθε τόσο με κυνηγούσαν. Με είχαν πιάσει σε ένα χωριό της Ηπείρου, το Μαλακάσι. Τότε ρουφιάνοι ήταν και οι αγροφύλακες, ήταν οι καταδότες στην Ασφάλεια και έλεγαν τι γίνεται σε κάθε χωριό. Με είδαν με τις μηχανές και με πήγαν στην Ασφάλεια. Μου έλεγαν “τι τις κάνεις αυτές τις φωτογραφίες;”. Τι να τους πω; Ευτυχώς ήταν ένας διοικητής που ήξερε από φωτογραφία και είχε έρθει σε μια έκθεσή μου».

Παράλληλα με τον Κώστα Μπαλάφα, τη ζοφερή πραγματικότητα του πολέμου αποτύπωναν με τον φακό τους αρκετοί φωτογράφοι, μεταξύ των οποίων και ο Σπύρος Μελετζής, ο οποίος φωτογράφισε τους αντάρτες και τις αντάρτισσες του ΕΛΑΣ, αλλά και η Βούλα Παπαϊωάννου η οποία κατέγραψε τα δεινά του άμαχου πληθυσμού της Αθήνας, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. «Βέβαια, τους θυμάμαι. Είχαμε όμως διαφορές. Εκείνοι ήταν φωτογράφοι σπουδαγμένοι. Εγώ, πάλι, ό,τι άρπαζα από ’δώ και από ’κεί. Δεν ήξερα την τεχνική, την έμαθα στην πορεία».

Από εμπειρική ενασχόληση διαπίστωσε ότι «η φωτογραφία είναι δύσκολη τέχνη, γιατί έχει πολύ εύκολη τεχνική», μια αγαπημένη ρήση του, την οποία σπεύδει να εξηγήσει: «Κοιτάξτε, η φωτογραφία είναι παιδί της επιστήμης και της τεχνολογίας που ως τώρα προσέφερε πολλά και υπόσχεται ακόμη περισσότερα. Μια τέχνη με τόσες δυνατότητες, η οποία κατέβηκε στα λαϊκά στρώματα, τόσο για θέαση όσο και για δημιουργία... Είναι μια ωφελιμιστική τέχνη. Σταμάτησε τον βρώμικο πόλεμο του Βιετνάμ, σταμάτησε την παραγωγή εκείνου του φοβερού φαρμάκου, της θαλιδομίδης… Σήμερα η φωτογραφία έχει γίνει το τρίτο μάτι της ανθρώπινης όρασης. Μπορεί να μας μεταφέρει συγκινήσεις από χώρους και καταστάσεις όπου η ανθρώπινη προσπέλαση είναι αδύνατη. Ζωντανές εικόνες από τα βάθη του βυθού ως τα πέρατα του ουρανού. Η φωτογραφία ασκεί κοινωνικό λειτούργημα όταν είναι στα χέρια ευσυνείδητων φωτορεπόρτερ. Παρουσιάζει εικόνες από λαούς που υπέστησαν τα πάνδεινα. Είτε από φυσικές καταστροφές είτε από μια ανθρώπινη περιπέτεια, ο φωτογράφος παρουσιάζει αδρά και ζωντανά, με τον αμείλικτο ρεαλισμό του φωτογραφικού φακού, εικόνες ζωντανές από αυτά τα παθήματα. Αυτό συγκινεί και άλλους λαούς με ευαισθησία και ανθρωπιά, για να στείλουν βοήθεια στους πληγέντες και να απαλύνουν τον πόνο τους. Αυτό δεν το έκανε καμία άλλη τέχνη, παρά μόνο η φωτογραφία. Και χαίρομαι πολύ όταν παιδιά όπως ο Μπεχράκης αλλά και άλλοι, με κίνδυνο της ζωής τους, καταγράφουν καθημερινά τα συμβάντα που συνθέτουν την Ιστορία». 

Ως φωτογράφος της παράδοσης, της Ελλάδας της υπαίθρου, με τα γιοφύρια της, τα χειμαδιά, τα παζάρια, τη σχέση μανάδων και παιδιών, τους αναστενάρηδες της Θεσσαλονίκης, τους ψαράδες στα νησιά, όλους τους ανθρώπους του μόχθου, σε όλη τη διάρκεια της φωτογραφικής του καριέρας, η οποία αριθμεί πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά και πολλά λευκώματα με φωτογραφίες όπως «Η χώρα μου» (εκδόσεις Ποταμός), ο Μπαλάφας παρέμεινε πιστός στην ασπρόμαυρη φωτογραφία, χωρίς ποτέ να ενδώσει στις χάρες της έγχρωμης. «Μοιάζει ψεύτικη. Ο λαός μας προσωποποίησε την ομορφιά. Είναι μια έμφυτη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής, λειτουργεί σαν μία ακόμη από τις αισθήσεις μας. Δεν κατόρθωσε η τεχνική της έγχρωμης φωτογραφίας να αποδώσει αυτήν την ποιότητα. Να δώσει τη δυνατότητα να κάνεις παραμόρφωση στο φυσικό στοιχείο, να εκφράσεις τα συναισθήματά σου. Μπορεί η τεχνολογία να το καταφέρνει πια αυτό, αλλά, ξέρετε, είμαι αγράμματος σε σχέση με τη σύγχρονη τεχνική. Αρκεί να σας πω ότι ήθελα μια μηχανή και δεν ήθελα καν να έχει φωτόμετρο. Το φωτόμετρο με μπερδεύει. Παίρνει ένα συμπτωματικό φως και σου δίνει διαφορετικά πράγματα από ό,τι θες. Και έγινε ειδική παραγγελία από τον αντιπρόσωπο να στείλουν μια μηχανή χωρίς το φωτόμετρο…».

Η έκθεση με τις φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα, υπό τον τίτλο «Φωτογραφικές μνήμες από τη σύγχρονη Ελλάδα», από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη στο οποίο έχει δωρίσει όλη τη συλλογή του, θα φιλοξενείται στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου στο Ηράκλειο ως τις 5 Νοεμβρίου. Μέρος της έκθεσης αφορά και το φωτογραφικό οδοιπορικό του στο Αγιον Ορος, από το 1969 ως το 2001.

  • Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 524, σελ. 42-47, 31/10/2010